Η προσγείωση στο
ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ είναι πάντα μια χαρούμενη διαδικασία, η Ελλάδα και οι
ακτές της από τον ουρανό φαίνονται σκέτη μέγκλα, όλα είναι τόσο νορμάλ,
περιμένεις τις βαλίτσες σου στον ιμάντα, και τίποτα το περίεργο δεν συμβαίνει,
ως να βγεις με το ταξί στην έρημο της ΑΤΤΙΚΗΣ ΟΔΟΥ, και να συνειδητοποιήσεις
πόσο κοντά στη Μέση Ανατολή έφτασες.
Αντίθετα, ο
ερχομός στην πατρίδα με το καράβι, από την Ιταλία, περιέχει μιαν άλλη
ποιητικότητα, άλλα χρώματα, μια μαλακή προσγείωση, και την ίδια στιγμή, μια
προετοιμασία για την κουλτούρα που σε περιμένει. Περνάς ώρες ξεκούρασης, ύπνου,
«μαμ, κακά, και νάνι» αποτοξινώνεσαι από ό,τι σε φθείρει, το ίντερνετ είναι
τόσο αργό που βαριέσαι να πληρώσεις για να μπεις να μαλακιστείς σε ιστοσελίδες
και άλλα, τα κινητά χρεώνουν μια περιουσία, οπότε, το κλείνεις, ώστε ν’ αποφύγεις
τον περίεργο που θα του πεις «φίλε, είμαι στα χωρικά ύδατα Κροατίας και ο
λογαριασμός σφάζει» κι επιμένει, πώς τα πέρασες στην Ιταλία, θα μείνεις καιρό;
Είσαι, θετικά, απομονωμένος και ήρεμος. Έξω, η θάλασσα. Εσύ, το βιβλίο, το
σημειωματάριό σου, η καμπίνα… Καταλυτικό ρόλο παίζει η τηλεόραση. Βλέπεις
ελληνικά κανάλια, και μπαίνεις στο πνεύμα της χώρας. Τη δεκαετία του 2000 όταν
επέστρεφα με το καράβι κι έβλεπα ελληνικές εκπομπές, φοβόμουν, σκεφτόμουνα,
αμάν, όλοι, λες, εκεί, να έχουνε γίνει έτσι; Πάντως είναι ένα κρύο ντουζ, που
πρέπει να δοκιμάσεις, ώστε να αποβιβαστείς ώριμος κι έτοιμος στην Πάτρα. Στο
καράβι βλέπεις, κυρίως, φορτηγατζήδες. Αν το ταξίδι σου είναι δυο, τρεις φορές,
τον χρόνο, κάνεις και γνωστούς, στο πέρασμα των χρόνων. Οι οδηγοί φορτηγών
είναι, γενικά, έξυπνοι άνθρωποι, ευέλικτοι, παρά την κραυγαλέα λαϊκότητά τους είναι
διακριτικοί στις ερωτήσεις και με δαμασμένη περιέργεια, αλλά έχουν μια αλλοιωμένη
εικόνα του εξωτερικού. Μπορεί να ξέρουν κάθε τρύπα των εθνικών και μη οδών της Ευρώπης,
κάθε χωριό και πόλη πως λέγεται, αλλά η γνώμη τους για τους ξένους είναι κυρίως
επηρεασμένη από τη συμπεριφορά των ελεγκτών, των αστυνομικών, ή όποιων άλλων. Έχουν τρομερές ιστορίες να σου πουν,
ακούγοντάς τες φαντάζεσαι Αυστριακούς, Ιταλούς, και Γερμανούς ελεγκτές να
ξαναζωντανεύουν τις προγονικές μνήμες της κατοχής από Ιταλογερμανόφωνους.
Υπάρχουν και οι ταξιδιώτες
συνταξιούχοι, αστοί, μικροαστοί, μεσοαστοί, ή και πρώην προλετάριοι εργάτες με
λίγες οικονομίες που απολαμβάνουν ένα ταξιδάκι στη Βενετία, συνήθως 2-3
ζευγάρια, που έχουν πολλή πλάκα όπως συζητάνε μεταξύ τους. Σε αντίθεση με τους φορτηγατζήδες
που όσο δυνατά και να μιλούν δεν νοιάζονται για το πώς εκλαμβάνονται από έναν
τρίτο ακροατή τα σχόλιά τους, οι γέροι ταξιδιώτες έχουν το μάτι γαρίδα, στο
παραμικρό μειδίαμα ή μορφασμό που παρήχθη αυθορμήτως από την ακρόαση ενός σχολίου,
σε παίρνουν γραμμή μακάρι και να κάθεσαι στην πλάτη τους, ώρα 6 και τέσσερα
τραπέζια απόσταση. Συνήθως ο άντρας έχει κόψει το κάπνισμα, ενώ η σύζυγος ακόμα
καπνίζει μερικά τσιγαράκια, και γι’ αυτό πάει στο δωμάτιο των καπνιστών να
κάνει ένα με την φίλη της.
Υπάρχει η
Βαλκάνια εκδιδόμενη, που συνήθως «ξέμεινε» από καμπίνα και σε ψαρεύει αν έχεις μέρος
να τη βολέψεις.
Όταν φτάνεις στις
ακτές της Αλβανίας νιώθεις μια χαρά, στην Ηγουμενίτσα ή την Κέρκυρα είσαι
κιόλας αγκαλιά με τη γλύκα του τοπίου. Σε αντίθεση με την προσγείωση στην «σκληρή»
Αττική, και στην «ερημική» φύση γύρω από τα Σπάτα, το Ιόνιο σε υποδέχεται σαν ένα
γλυκό τραγούδι. Φυσικά, όλα αυτά τα ρομαντικά θα εξατμιστούν μόλις αποβιβαστείς
ως οδηγός, στην αγαπημένη μας Πάτρα.
Ο τριγμός των
οδόντων. Απορείς πως στην Ιταλία υπάρχει
τουλάχιστον ένας Χριστιανός να σου ελέγξει τα χαρτιά και ίσως το αμάξι, να σου
κάνει, τρεις ερωτήσεις, να σου πει ακόμα και ένα Καλωσήρθατε στην Ιταλία, καλό
ταξίδι, και στην Ελλάδα δεν υπάρχει un cazzo. Θα μου πεις, αυτοί φοβούνται μην τους στείλουμε
λαθρομετανάστες ή ανεπιθύμητους μελαψούς τύπους που πιστεύουν στον Αλλάχ,
εμείς τι να φοβόμαστε, μη μας έρθουν παράνομοι Ιταλοί με φαβορίτες και
υπογένεια, ή ψηλόκωλες Φλωρεντινές που έχουν ξοδέψει τη μισή τους ζωή σε
στούντιο αισθητικής;
Ύστερα πας για την εθνική οδό, δηλαδή, ο Θεός να την κάνει εθνική οδό, και πράγματι, το εννοώ κυριολεκτικά, αφού μόνον ο Κύριος μπορεί να ολοκληρώσει αυτό το απίθανο έργο των τόσο λίγων χιλιομέτρων, που μας παιδεύει
τόσα, μα τόσα, χρόνια. Βάζεις βενζίνη, ο βενζινάς συνήθως είναι ευγενικός,
μάλιστα σε προειδοποιεί για τις παγίδες του δρόμου.
Από εκεί και
μετά, μπαίνεις στη ζώνη του λυκόφωτος. Μέχρι να ξαναδούν τα μάτια σου τις ακτές
της μπότας, θα έχεις την πολυτέλεια να είσαι κομπάρσος σε ένα γύρισμα ταινίας
σπαγγέτι-γουέστερν.
Πάντα ήθελα να
γράψω κάτι για τους νταλικέρηδες, νομίζω πως είναι το επάγγελμα στο οποίο θα
ήμουν καλός, αν το ασκούσα, τσάμπα πήγα κι ασχολήθηκα με άχρηστες μαλακίες. Πλάκα κάνω.